'πιθυμῶ

ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω
set one's heart upon
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἐπιθυμῶ , ἐπιθυμέω
set one's heart upon
pres ind act 1st sg (attic epic doric)
ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω
set one's heart upon
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἐπιθῡμῶ , ἐπιθυμέω
set one's heart upon
pres ind act 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πιθυμώ — άω, Ν επιθυμώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιθυμώ, με σίγηση τού αρκτικού ε ] …   Dictionary of Greek

  • αποθυμώ — ( άω) επιθυμώ πολύ κάτι που μου λείπει, λαχταρώ, νοσταλγώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του επιθυμώ (πρβλ. και πεθυμώ, πιθυμώ, ποθυμώ) με παρετυμολογική επίδραση συνθέτων με το προρρηματικό από ή πιθ. του ρ. ποθώ] …   Dictionary of Greek

  • επιθυμώ — και πιθυμώ και πεθυμώ και αποθυμάω επιθύμησα και πεθύμησα και απεθύμησα και αποθύμησα, μτβ. 1. έχω την επιθυμία να αποκτήσω ή να απολαύσω ή να πράξω κάτι, το θέλει η καρδιά μου, το τραβάει η όρεξή μου: Επιθυμεί να παντρευτεί. – Πεθύμησα μαύρο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.